ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ
Του κορμιού τ’ αγαλήνευτο ξίφος
σαν θερίζει του έρωτα στάχυ
ατσαλώνει θανάτου το βύθος
που σαθρό το χτυπά ριζοβράχι.
Και του χρόνου η κλώσα πορφύρα
ξαναμμένη σε σκότους το σκιάσμα
μαρμαρώνει την έφηβη λύρα
π’ αποσώνεται κύκνειο άσμα.
Μια παλιά φορεσιά σαβανώνει
του σωμάτου τα βάθη και ύψη
και η σάρκα, που ρόδο φουντώνει
συνωμότης σε θάνατου σήψη.
