ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ
Του φθινoπώρου οι αχνοβαμμένες πινελιές
πόσο πολύ ταιριάζουν στις μοναχικές καρδιές!
Πανσέδες μπλάβοι, χαμολούλουδα, κλωνιά
τρεμοφεγγίζουν, λύχνων σκέλεθρα με φως λειψό
της ζήσης τους ξεφτίζει, πέφτει η αρματωσιά
φριχτά τσακίζονται σε θύελλας διάβα σκληρό.
Να ικετέψουν προσπαθούν, μ’ αδίκως τα φτωχά
ο θεριστής, ακράτηγος, με τ’ άρμα του περνά.
Σβησμένα σωθικά τα πέταλα, αιμορραγούν
ναυάγια σε βυθό βουβό και πώς ν’ αναληφθούν!
Παράπονο του κρίνου γνέθουν τα μαλλιά
η φρέζα πλέει ξέφυλλη μες στην ανεμοζάλη
αγνώριστη σπαράζει του υακίνθου η ομορφιά
κι η ντάλια μάταια παράστημα προβάλλει.
Τα βρύα απλώνονται κι ευθύς τα καταπίνουν
και μούσκλια λαίμαργα κάθε ζωούλα σβήνουν.
Του φθινοπώρου τ’ άνθη αχ! μοναχικές καρδιές
εξόριστες υπάρχουν σ’ ερημιάς τις εσχατιές.
Θανάτου στόμα τα φιλεί μα προσδοκούν
σε ήλιου θέρμη τρυφερή για ν’ απαγκιάσουν.
Το νιώθουνε, πως γι’ άλλη μια φορά θα προδοθούν
και πώς το λαχταρούνε απαλά να τ’ αγκαλιάσουν!
Μα ξέρουνε, πουλιά ’πό σκάγια λαβωμένα
νεκρά στο χώμα θ’ απλωθούν και σπαραγμένα.
Αχ πώς θυμίζουν οι καρδιές του φθινοπώρου τ’ άνθη!
Βασίλισσες λαμπρές μες σε δανδέλες, σε τιμές
ξεκορμισμένες τώρα και νεκρές σ’ άνιση μάχη
σαν σβήνει η αγάπη που με ήλιο θρέφει τις ψυχές.
