ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ - ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ
ΚΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΔΑΜΑΣΚΟ, LETITIA ELIZABETH LANDON
Ο άνεμος της νύχτας πνέει νωχελικά,
ολόγυρα τους κήπους αγκαλιάζει
εκεί, όπου του Μπαράντα νανουριστικά
το καθαρό νερό αναγαλλιάζει.
Και του λαγούτου ανατρίχιασμα γλυκύ
δεν το μπορεί μια τέτοια μουσική να βγάλει,
καθώς το ρίγος ποταμού ταξιδευτή,
καθώς περιπλανώμενου αγέρα η ζάλη.
Εκεί ο μουσουλμάνος ονειρεύεται,
σε κλίνη ξαπλωμένος κόσμου μυστικού,
ενόσω μυρωδάτο άχνισμα μπερδεύεται
στ’ αφράτα δαχτυλίδια του καπνού
που υψώνεται από τον κόκκο του καφέ
–του Νότου το σκουρόχρωμο σταφύλι–
ή από της πίπας ξύλο κερασί, Θεέ
σαν κεχριμπάρι λείο ακουμπάει στα χείλη.
Δροσίζεται στο ρίγος μέσα του νερού
που μουρμουρίζοντας αργοκυλάει
απ’ την φωτιά αχνισμένος του καλοκαιριού
στου Ιούνη το παράφορο ρόδο μεθάει.
Κι από την μέθη του έχουν στοιχειωθεί
τα όνειρα, που φέρνουν μονοπάτια
για χώρες μακρινές και ζήση μαγική,
για μαύρα, γλυκοβαθεμένα μάτια.
Κι έτσι, με την μαγεία όνειρου γλυκού,
μες στης ζωής το ρεύμα προχωράνε.
Μακάρι ολάκερη η ζωή του καθενού
όνειρο τέτοιο να ’ταν, τέτοιο να ’ναι.
