ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ
ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΗΠΟΣ
Μια εποχή, παράξενος ήτανε κήπος
γυμνός και άδενδρος, σώμα χωρίς αγκάλη
ψυχή καμιά, καρδιάς δεν ακουγόταν χτύπος
θάνατος ήταν; ή ζωή κλωθόταν άλλη;
Ο κήπος, που σαν άνθρωπος με κρύο ύφος
στης ερημιάς στεκότανε τ’ άστοργα κάλλη
σκιά μοναχικιά γλιστρούσε μες στο βύθος
του απόβραδου, ποθώντας τάχα ποιαν αγκάλη;
Ξάφνου, σε απόμερη του κήπου περασιά
σε νερομάνας δροσερής βαθύσκια χρεία
σαν θάλασσα αναδεύεται δαιμονικιά
στοιχειό βγαλμένο απ’ του σκότους την λατρεία
μια λάμια; ή καλομοίρα συμπονετικιά;
δεν είδα, αμέσως σκέπασαν τα μάτια βρύα.
