ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΙ
ΤΟ ΠΟΥΛΙ
Όταν το σούρουπο γλυκά ψυχορραγεί
κι η νύχτα το βελούδο της απλώνει
ένα πουλί παράξενο σιμώνει
δεν ξέρω από πού έρχεται ή για πού κινεί.
Κομμάτι σίδερο τα μάτια του βαρύ
κι έτσι όπως ήσυχο κοντοζυγώνει
λύπη βαθιά το στήθος μου πληγώνει
μα κείνο μόνο με κοιτά και δεν μιλεί.
Ρούχο η σιωπή μου μαύρο, βολεμένη
στο γκρίζο δέντρο, με τρυπά σκληρή αγκαθιά
με πνίγει, αγκαλιά φαρμακωμένη
ένα παράξενο πουλί έχω συντροφιά
σαν από μένα κάτι να προσμένει
τώρα που τίποτα δεν περιμένω πια.
