ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΜΑΘΕ Ν’ ΑΝΑΒΕΙΣ ΤΗΝ ΦΩΤΙΑ
Φαντάζει εύκολο ν’ ανάψεις την φωτιά.
Το τζάκι, κρύο και γυμνό σε περιμένει
κι εσύ τα ξύλα του πετάς με ξανοστιά
η φλόγα όμως μες στην βιάση αρρωσταίνει.
Με χάρη σκύψε να λοφιάσεις αγκαθιά
με πάθος εραστή τα ξύλα να πυργώσεις
και φύσα! Πύρωσε της πέτρας την καρδιά.
Φωτιά ποθείς; Tην σπίθα πρέπει να θυμώσεις!
Ετούτα όμως δεν σου είναι φυσικά
αφού ανδρώθηκες στης πόλης την χαβούζα.
Έτσι λοιπόν αντί για όντα εκρηκτικά
η πόλη ξεγεννά σκυλιά που στέκουν σούζα.
Ανασκουμπώσου, να χαρείς, κι άναψε εντός σου
την φλόγα που ’σαι συ κι ο άλλος εαυτός σου.
